Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

"Πώς το παιχνίδι γίνεται πόλεμος και ύστερα πάλι παιχνίδι;"

    Άγιε μου Βασίλη, μέρα που είναι.... σε σένα μιλάω!
    Είναι κάτι παιδιά που ξεκινούν μ' ένα παιγνίδι και καταλήγουν μ' έναν πόλεμο. Είναι αυτά που τους χαρίζεται κάτι που πολύ το ποθούσαν, ας πούμε μια κούκλα... Στην αρχή δεν την αποχωρίζονται ποτέ! Τη δείχνουν σε γνωστούς και φίλους, και σε περαστικούς άμα λάχει, καθώς την παίρνουν πάντα μαζί τους όπου κι αν πάνε, ακόμα και στον ύπνο τους! Την ντύνουν, την ξεντύνουν, τη βαφτίζουν, τη χτενίζουν, της μιλάνε πολύ σα να' ναι το πιο αγαπημένο τους πλάσμα... Ώσπου μια μέρα, έτσι ξαφνικά κάτι αστράφτει και μπουμπουνίζει μέσα τους, και η κούκλα που χάιδευαν, πετιέται απ' τα χέρια τους με πείσμα και με όση δύναμη έχουν στην άλλη άκρη του σπιτιού ή και του δρόμου... αναλόγως... Και καταλήγει διαλυμένη, τσακισμένη, με ένα χέρι ή μ' ένα πόδι ή και χωρίς κεφάλι!
Τι μανία καταστροφής τα πιάνει τούτες τις στιγμές, που ότι αγαπούσαν πιο πολύ το εκσφενδονίζουν και το αποχωρίζονται έτσι ξαφνικά, ποτέ δεν κατάλαβα... Έτσι λέει, γιατί θύμωσαν πολύ... Για ένα λόγο που ούτε τα ίδια ξέρουν να σου πουν αν τα ρωτήσεις... Και το πιο περίεργο ακόμα, ακολουθεί μετά...
    Κάποια στιγμή αφού παίξουν με κάτι άλλο, αρχίζουν και ψάχνουν κείνο που πέταξαν, και το θέλουν πάλι πίσω! Πολλές φορές το απαιτούν με θράσος ακόμα ακόμα, και το ίδιο πεισματικά όπως το πέταξαν, υψώνουν τη φωνή τους με δικαίωμα! Κι άμα τελικά το βρουν, τα βλέπεις να παλεύουν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια του, αν τα βρουν κι εκείνα... Ειδάλλως τη σέρνουν πάλι μαζί τους εκείνη, την κούκλα τους, ξεμαλλιασμένη τώρα και ανάπηρη... όπως την κατάντησαν. Και είναι να απορείς πραγματικά ακόμα πιο πολύ τώρα μ' όλα τούτα τα καμώματα και με τούτο το θέαμα...! Γιατί ξάφνου, κούκλα και παιδί έχουν μια παρόμοια ποιότητα τρέλας και μοναξιάς που τα ενώνει! 
    Τι μου ' ρθε αυτό τώρα; Να Άγιέ μου... κοιτώ να θυμηθώ τις κούκλες που αγάπησα... Δεν μου είχες φέρει καμία Εσύ... και καμιά τους δεν ήταν ποτέ δική μου... Σα να' ταν του σπιτιού... "Α,οι κούκλες είναι για ομορφιά" ακούω ακόμα στ' αυτιά μου... Γι αυτό λοιπόν κι εγώ τις χτένιζα, τις κοίταζα ώρα πολλή, και ύστερα τις άφηνα κάπου σ' ένα δωμάτιο , σε μια περίοπτη πάντα θέση...  Τις έκανα στολίδια, για να μείνουν αναλλοίωτες στο χρόνο, και έτσι να τις έχω... για πάντα...; 
    Όμως έτσι, ποτέ δεν πρόλαβα να τις λατρέψω πολύ και να μου γίνουν ίσως απαραίτητες , καθώς έπρεπε να χαλιναγωγήσω τη λαχτάρα να τις έχω κοντά μου! Μονάχα για μία, εκείνη την πιο μεγάλη σαν αληθινή, έφευγα κρυφά ακόμα κι απ' το κρεβάτι μου τα βράδια, για να πάω στη σάλα να τη δω. Να μείνω λίγο κοντά της, να την καμαρώσω, να πάρω την εικόνα της μέσα μου, και ύστερα να φύγω πάλι, χωρίς εκείνη... 
Τώρα που στα λέω αυτά Άγιε μου Βασίλη, δε σου κρύβω πως λυπάμαι πολύ και ίσως και να ζηλεύω που δεν ξεμάλλιασα καμιά τους, που τις πρόσεξα τόσο, μα δεν γίναμε ποτέ αχώριστες, και ούτε που έμαθα βέβαια το πώς το παιχνίδι γίνεται πόλεμος και ύστερα πάλι παιχνίδι... Γι' αυτό σου ζητώ έστω και αργοπορημένα να μου κάνεις τώρα αυτό το δώρο... Τη γνώση του παιχνιδιού. Γιατί τώρα το χρειάζομαι πιο πολύ από τότε! Τ' ακούς Άγιέ μου; Πιο πολύ! 

                                                                                                                     Ευαγγελία




ShareThis