Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

"Μιας Κυριακής το Φθινόπωρο"

   Ανοίγοντας την πόρτα μου σήμερα, βγήκα σε μια συννεφιά. Μύρισα τον αέρα και έμεινα. Δεν μ' άφησε να ξαναμπώ. Με πήρε και με ταξίδεψε. Στις αρχές ενός Φθινοπώρου. Πριν χρόνια, δίπλα σ' ένα ποτάμι. Τον Αχέροντα... Με την ανακούφιση μιας μέρας ξαφνικής συννεφιάς, που δίνει ευκαιρία να κάτσω. Να αφήσω το νερό, και να δω το βουνό. Με το μαυρισμένο δέρμα στους μηρούς μου, και μια ζακετούλα ψιλή για την ψύχρα, κοιτάζω... Τα βουνά της Τζαβέλαινας. Ομορφιά! Να δέχομαι το Φθινόπωρο και να μου αρέσει! Δεν συνέβαινε πριν... Τώρα οι αλλαγές με γεμίζουν. Με προκαλούν να τις δω.
   Ο Αχέροντας εκεί, με την ουσία του να κυλάει στα πόδια μου, και εγώ στη βεράντα. Με την ελιά δεξιά μου και μια βουκαμβίλια ολάνθιστη. Και πίσω μου ο δρόμος. Ήσυχος, σαν μιας Κυριακής. Αριστερά τα κινούμενα σύννεφα, να πλέουν πάνω απ' τα βουνά της Πεντέλης. Σαν τα πουλιά, που ποτέ δεν μπερδεύονται. Από κει μυρίζει πιο πολύ σαν Φθινόπωρο, κι απ' τα μικρά τα δέντρα, που δείχνουνε πιο ευάλλωτα...  Σ' έναν αέρα, αφέντη του σήμερα. Πόσα μπορεί να κάνει αλήθεια;
   Μπροστά μου η πόρτα ορθάνοιχτη, έτσι όπως άφησα βγαίνοντας, σε μιας Κυριακής το Φθινόπωρο. Μ' αφήνει να βλέπω από δω, εκείνο το "Μάτι". Ποιος ακριβώς κοιτάει ποιον, δεν το ξέρω. Το "Μάτι"... που έφτιαξα εγώ και το κρέμασα, εκεί στου σαλονιού μου τον τοίχο. Εκεί μέσα έχει ακόμα Χειμώνα. Το χαλί μου δεν το 'βγαλα. Κρυώνει ακόμα μου λέει, το κορμί. Κι ένα λουλούδι, κρυφοβλέπει απ' το τζάμι.
   Μανούλα μου, τι λέω και σήμερα! Τι μου 'κανε ένας αέρας... Φθινοπώριασε πριν να 'ρθεί Καλοκαίρι; Έξω ή μέσα μου; Οι φωνές των γειτόνων, που ήρθανε για Καλοκαίρι, τι λένε; Και τα πουλιά; Ούτε αυτά δεν με πείθουν;  Εγώ δίπλα, στο χέρι μου μέσα, αγγίζω χρυσάνθεμο που πάει ν' ανθίσει! Κάτι μικρά, μαύρα ζουζούνια το επισκέφτηκαν. Το ξέρει και τούτο.... Δεν είναι ο καιρός του... Μα στη σκιά που το φύλαξα, μάλλον γελάστηκε κι ανθίζει παράταιρα...
   Αλοίμονο! Αν δε 'ρθει Καλοκαίρι, δεν θα τ' αντέξω! Μόνο για τούτη ίσως την Κυριακή ακόμα, μπορώ. Ένας φόβος, μου δάγκωσε τώρα τα σπλάχνα, κι η θλίψη ανεβαίνει αλλόγιστη. Τι μπορούν να κάνουν στ' αλήθεια άμα βρεθούνε, ένας αέρας με μια συννεφιά...
   Τέλος! Σηκώνομαι. Βγάζω και τη ζακέτα μου. Ευτυχώς όλα περνάνε. Εγώ θα σε ψεκάσω χρυσάνθεμο, με νερό και σαπούνι, γιατί δεν αντέχω να ξέρω ένα πλάσμα αθώο κι ανήμπορο, και να μην κάνω κάτι. Μα κι εσύ να το ξέρεις 
πως ,το Καλοκαίρι μου, έρχεται. Έτσι! Γιατί το εμπιστεύομαι.
                                                                                       
                                                                                        Ε.Σ.





ShareThis